νοσταλγία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νοσταλγία νοσταλγίες
γενική νοσταλγίας νοσταλγιών
αιτιατική νοσταλγία νοσταλγίες
κλητική νοσταλγία νοσταλγίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

νοσταλγία < αρχ. ελλ. νόστος (=επιστροφή) + άλγος (=πόνος).

Open book 01.svg Ουσιαστικό []

νοσταλγία θηλυκό

  1. Ο πόνος που προκαλείται από την ανικανοποίητη λαχτάρα του γυρισμού.

32πχ Μεταφράσεις []