ξιφασκία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ξιφασκία | - |
| γενική | ξιφασκίας | - |
| αιτιατική | ξιφασκία | - |
| κλητική | ξιφασκία | - |
Ετυμολογία [
]
Προφορά [
]
- ΔΦΑ : /ksi.fa.ˈsci.a/
Ουσιαστικό [
]
ξιφασκία θηλυκό μόνο στον ενικό
- (αθλητισμός) άθλημα μεταξύ δύο ξιφομάχων σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο· στη διάρκεια του αγώνα οι αθλητές φορούν μάσκα, λευκή στολή και ειδικά γάντια και προσπαθούν να αγγίξουν με το ξίφος το σώμα του αντιπάλου
Δείτε επίσης [
]
- ξιφασκία στη Βικιπαίδεια
