γάντι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γάντι γάντια
γενική γαντιού γαντιών
αιτιατική γάντι γάντια
κλητική γάντι γάντια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

γάντι < γαλλική gant
ένα ζευγάρι γάντια

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

γάντι ουδέτερο

  • κάλυμμα για την προστασία του χεριού, από μαλλί, δέρμα, πλαστικό ή άλλο υλικό. Συνήθως καλύπτει το χέρι μέχρι τον καρπό ή σπανίως μέχρι τον αγκώνα και εφαρμόζει στα δάχτυλα επιτρέποντας την κίνησή τους. Εξαίρεση αποτελούν τα γάντια του μποξ, όπου μόνο ο αντίχειρας μπορεί να κινηθεί αυτόνομα.

Εκφράσεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]