οίστρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική οίστρος οίστροι
γενική οίστρου οίστρων
αιτιατική οίστρο οίστρους
κλητική οίστρε οίστροι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

οίστρος < αρχαία ελληνική οἶστρος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈi.stɾɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

οίστρος αρσενικό

  1. (ζωολογία) είδος δίπτερων εντόμων που ενοχλούν, τρελαίνουν ορισμένα ζώα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: μύγαδείτε τη λέξη: αλογόμυγα, βοϊδόμυγα
  2. πνευματική και ψυχική διέγερση
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: δημιουργικότητα, έμπνευση, ενθουσιασμός, έξαρση
  3. (βιολογία) το σύνολο των φαινομένων που σχετίζονται με την ωορρηξία των θηλαστικών

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]