οχιά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική οχιά οχιές
γενική οχιάς οχιών
αιτιατική οχιά οχιές
κλητική οχιά οχιές

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

οχιά < ἔχις, με κάποια επίδραση του ὄφις

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /ɔ.ˈça/

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

οχιά (Vipera ammodytes)

οχιά θηλυκό

  1. (ερπετολογία) (Vipera ammodytes) είδος φαρμακερού φιδιού με τριγωνικό κεφάλι και γκρίζο, καφέ ή κοκκινωπό χρώμα και μια σκουρόχρωμη τεθλασμένη γραμμή στη ράχη. Λέγεται επίσης έχιδνα και όχεντρα
    τον δάγκωσε οχιά και τον πήγαν στις πρώτες βοήθειες
  2. (μεταφορικά) άνθρωπος που λέει κακίες εις βάρος άλλων, ερήμην τους
    αυτή η γυναίκα είναι πραγματική οχιά, όλο κακίες λέει

[] Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες