πέντε
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- πέντε < αρχαία ελληνική πέντε
[
]
Προφορά
[
]
Αριθμητικό
πέντε άκλιτο
- πέντε φίλοι
[
] Εκφράσεις
- στους πέντε δρόμους: τελείως εγκαταλελειμμένος
- πάρε πέντε (να μη στα χρωστάω): συνοδεύει τη μούντζα προφορικά ή την αντικαθιστά στο γραπτό λόγο
[
] Παροιμίες
- κάλλιο πέντε και στο χέρι παρά δέκα και καρτέρει: είναι προτιμότερο ένα κέρδος το οποίο υπάρχει και είναι άμεσο από κάποιο που μπορεί μεν να είναι μεγαλύτερο αλλά είναι αβέβαιο γιατί δεν είναι άμεσο
[
]
Ουσιαστικό
πέντε ουδέτερο άκλιτο ή πεντάρι
- το ψηφίο 5
- σχολικός βαθμός· στο Δημοτικό σχολείο και στο Πανεπιστήμιο ισούται με τη βάση της βαθμολογίας, είναι δηλαδή ο χαμηλότερος προαγώγιμος βαθμός
- φύλλο της τράπουλας
[
]
[
]
Δείτε επίσης
[
]
Μεταφράσεις
πέντε