πεντηκοστός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πεντηκοστός < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Αριθμητικό[επεξεργασία]

πεντηκοστός, -ή, -ό

  1. που κατέχει τη θέση με τον αριθμό πενήντα σε μια σειρά
  2. ο ένας από τους πενήντα ίσους όρους ενός συνόλου


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]