πανσές
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | πανσές | πανσέδες |
| γενική | πανσέ | πανσέδων |
| αιτιατική | πανσέ | πανσέδες |
| κλητική | πανσέ | πανσέδες |
[
]
Ετυμολογία
- πανσές < γαλλική pensée
[
]
Ουσιαστικό
πανσές αρσενικό
- ποώδες ανθοφόρο φυτό του υποείδους Viola tricolor hortensis (ή Viola x wittrockiana) του γένους Βιόλα, υβρίδιο που δημιουργήθηκε από τη διασταύρωση διάφορων ειδών του αναφερόμενου γένους, με κίτρινα, λευκά, μοβ ή πολύχρωμα άνθη