παράσιτο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | παράσιτο | παράσιτα |
| γενική | παρασίτου | παρασίτων |
| αιτιατική | παράσιτο | παράσιτα |
| κλητική | παράσιτο | παράσιτα |
[
]
Ετυμολογία
- παράσιτο < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
παράσιτο ουδέτερο
- οργανισμός που ζει και αναπτύσσεται εις βάρος ενός άλλου οργανισμού.
- (μεταφορικά) για κάποιον που βασίζεται σε άλλους για την επιβίωση ή την ανάδειξή τους, με απαξιωτική σημασία
- (στον πληθυντικό) παράσιτα: οι αρμονικές συχνότητες και ο θόρυβος στο ραδιοφωνικό ή τηλεοπτικό σήμα.