περόνη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

περόνη < αρχαία ελληνική περόνη

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

περόνη θηλυκό

  1. (ανατομία) μακρύ οστό της κνήμης, προς την έξω πλευρά
    η κνήμη και η περόνη είναι τα κόκαλα της γάμπας
  2. καρφίτσα, ιδιαίτερα αυτή που συνδέει δύο τμήματα ενός ενδύματος μεταξύ τους
  3. εξάρτημα σε σχήμα καρφιού, το οποίο, όταν μπει στη θέση του, συνδέει δύο διαφορετικά τμήματα ενός μηχανισμού και/ή τον ασφαλίζει
    τράβηξε την περόνη της χειροβομβίδας και την πέταξε

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola apps noatun.png Σύνθετα

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις



[] Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

περόνη < πείρω, τρυπώ

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

περόνη θηλυκό

  1. βελόνα, καρφί
  2. οξύ άκρο σε αντικείμενο
  3. (ειδικότερα) η περόνη στην πόρπη που συγκρατούσε το ένδυμα στους ώμους
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες