πιεζοηλεκτρισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πιεζοηλεκτρισμός πιεζοηλεκτρισμοί
γενική πιεζοηλεκτρισμού πιεζοηλεκτρισμών
αιτιατική πιεζοηλεκτρισμό πιεζοηλεκτρισμούς
κλητική πιεζοηλεκτρισμέ πιεζοηλεκτρισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πιεζοηλεκτρισμός < piezo- < αρχαία ελληνική πιέζω + αγγλική electricity = ηλεκτρισμός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πιεζοηλεκτρισμός αρσενικό

  1. η δυνατότητα μερικών κρυσταλλικών υλικών να παράγουν ηλεκτρική τάση όταν δέχονται μηχανική τάση ή πίεση


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]