πιεζοηλεκτρισμός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | πιεζοηλεκτρισμός | πιεζοηλεκτρισμοί |
| γενική | πιεζοηλεκτρισμού | πιεζοηλεκτρισμών |
| αιτιατική | πιεζοηλεκτρισμό | πιεζοηλεκτρισμούς |
| κλητική | πιεζοηλεκτρισμέ | πιεζοηλεκτρισμοί |
Ετυμολογία [
]
- πιεζοηλεκτρισμός < piezo- < αρχαία ελληνική πιέζω + αγγλική electricity = ηλεκτρισμός
Ουσιαστικό [
]
πιεζοηλεκτρισμός αρσενικό
- η δυνατότητα μερικών κρυσταλλικών υλικών να παράγουν ηλεκτρική τάση όταν δέχονται μηχανική τάση ή πίεση
Μεταφράσεις [
]
πιεζοηλεκτρισμός