πιεζοηλεκτρισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πιεζοηλεκτρισμός πιεζοηλεκτρισμοί
γενική πιεζοηλεκτρισμού πιεζοηλεκτρισμών
αιτιατική πιεζοηλεκτρισμό πιεζοηλεκτρισμούς
κλητική πιεζοηλεκτρισμέ πιεζοηλεκτρισμοί

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

πιεζοηλεκτρισμός < piezo- < αρχαία ελληνική πιέζω + αγγλική electricity = ηλεκτρισμός

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

πιεζοηλεκτρισμός αρσενικό

  1. η δυνατότητα μερικών κρυσταλλικών υλικών να παράγουν ηλεκτρική τάση όταν δέχονται μηχανική τάση ή πίεση


[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες