πλεονεξία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | πλεονεξία | πλεονεξίες |
| γενική | πλεονεξίας | πλεονεξιών |
| αιτιατική | πλεονεξία | πλεονεξίες |
| κλητική | πλεονεξία | πλεονεξίες |
[
]
Ετυμολογία
- πλεονεξία < αρχαία ελληνική πλεονεξία
[
]
Ουσιαστικό
πλεονεξία θηλυκό
- η ιδιότητα του πλεονέκτη, το να επιθυμεί κανείς περισσότερα από όσα χρειάζεται ή από όσα έχει
[
]
Δείτε επίσης
[
]
[
]
Μεταφράσεις
[
]
Αρχαία ελληνικά (grc)
[
]
Ετυμολογία
πλεονεξία < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
πλεονεξία θηλυκό
- πλεονεξία
- ύπαρξη πλεονεκτήματος ή υπεροχής