πληρωμή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πληρωμή πληρωμές
γενική πληρωμής πληρωμών
αιτιατική πληρωμή πληρωμές
κλητική πληρωμή πληρωμές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πληρωμή < αρχαία ελληνική

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πληρωμή θηλυκό

  1. η καταβολή χρημάτων σε εργαζόμενο ή για την αγορά αγαθών ή υπηρεσιών ή την εξόφληση οικονομικών υποχρεώσεων
  2. η είσπραξη της αμοιβής από κάποιον για εργασία που εκτέλεσε
  3. (μεταφορικά) η ανταπόδοση


32πχ Μεταφράσεις[]