πορνογραφία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πορνογραφία πορνογραφίες
γενική πορνογραφίας πορνογραφιών
αιτιατική πορνογραφία πορνογραφίες
κλητική πορνογραφία πορνογραφίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πορνογραφία: Η δημόσια επίδειξη ή/και καταγραφή της συνουσίας.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πορνογραφία θηλυκό

  1. → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]