προκατάληψη
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | προκατάληψη | προακαταλήψεις |
| γενική | προκατάληψης | προακαταλήψεων |
| προακαταλήψεως | ||
| αιτιατική | προκατάληψη | προακαταλήψεις |
| κλητική | προκατάληψη | προακαταλήψεις |
Ετυμολογία
- προκατάληψη < → Η ετυμολογία λείπει. (Προσθέστε την!)
Προφορά
- ΔΦΑ : /pɾɔ.ka.ˈta.li.psi/
Ουσιαστικό
προκατάληψη θηλυκό
- Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης. (Προσθέστε τον/τους!)