πτυχίο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πτυχίο πτυχία
γενική πτυχίου πτυχίων
αιτιατική πτυχίο πτυχία
κλητική πτυχίο πτυχία

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

πτυχίο < υποκοριστικό της λέξης πτυχή

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

πτυχίο ουδέτερο

  1. το δίπλωμα, πιστοποιητικό σπουδών της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, το έγγραφο που δείχνει ότι κάποιος έχει τα τυπικά προσόντα να ασκήσει ένα επάγγελμα
    Επιτέλους, αξιώθηκε να πάρει το πτυχίο του
    Έχει πτυχίο της Νομικής, τώρα λογαριάζεται πια για δικηγόρος
  2. στον πληθυντικό πτυχία, λέξη ομόηχη/ομώνυμη με τη νησίδα "Πτυχία" της Κέρκυρας (η νησίδα σήμερα λέγεται Βίδο)


[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες