πόσιμος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική πόσιμος πόσιμη πόσιμο
γενική πόσιμου πόσιμης πόσιμου
αιτιατική πόσιμο πόσιμη πόσιμο
κλητική πόσιμε πόσιμη πόσιμο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πόσιμοι πόσιμες πόσιμα
γενική πόσιμων πόσιμων πόσιμων
αιτιατική πόσιμους πόσιμες πόσιμα
κλητική πόσιμοι πόσιμες πόσιμα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πόσιμος < ελληνιστική κοινή πόσιμος < αρχαία ελληνική πίνω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *peh₃-

Open book 01.svg Επίθετο[]

πόσιμος, -η, -ο

  • που μπορεί κάποιος να το πίνει (χωρίς αρνητικές συνέπειες) ή που προορίζεται για αυτή τη χρήση
    μερικοί πιστεύουν ότι το νερό από τη βρύση δεν είναι πόσιμο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

  • δείτε τη λέξη: πίνω

32πχ Μεταφράσεις[]