σαλιάρα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | σαλιάρα | σαλιάρες |
| γενική | σαλιάρας | σαλιαρών |
| αιτιατική | σαλιάρα | σαλιάρες |
| κλητική | σαλιάρα | σαλιάρες |
[
]
Ετυμολογία
- σαλιάρα < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
σαλιάρα θηλυκό
- μικρή πετσέτα σε σχήμα μηνίσκου που την δένουν μπροστά στο λαιμό ενός μωρού, για να μη λερώνεται το στήθος του
- είδος ψαριού
[
]
Μεταφράσεις
[
]
Κλιτή μορφή επιθέτου
σαλιάρα θηλυκό