- αγγλικά : bosom (en) , breast (en) , chest (en)
- αγγλοσαξονικά : breost (ang)
- αλβανικά : gji (sq) , kraharor (sq)
- αραβικά : صدر (ar) αρσενικό (ʂadr)
- αρμενικά : կուրծք (hy) (kurtsq), կրծքագեղձ (hy) (krtsqageghdz)
- αρχαία εβραϊκά : חיק (hbo)* αρσενικό
- αφρικάανς : bors (af)
- βασκικά : bular (eu) , titi (eu) , ugatz (eu) , papar (eu) , papo (eu)
- βιετναμικά : vú (vi)
- βουλγαρικά : гърда (bg) θηλυκό (gǎrda)
- βρετονικά : bronn (br) θηλυκό
- γαλλικά : poitrine (fr) θηλυκό, sein (fr) αρσενικό
- γερμανικά : Brust (de) θηλυκό, Busen (de) , Schoß (de)
- γκουαρανί : titi (gn)
- δανικά : bryst (da) ουδέτερο
- εβραϊκά : שד (he) αρσενικό (shad) , ציצי (he) αρσενικό (tzytzi)
- εσθονικά : rind (et)
- εσπεράντο : brusto (eo)
- ιαπωνικά : 乳房 (ja)
- ινδονησιακά : payudara (id)
- ιρλανδικά γαελικά : cíoch (ga) θηλυκό, brollach (ga) αρσενικό
- ισλανδικά : brjóst (is) ουδέτερο, bobblingur (is) αρσενικό (αργκό)
- ισπανικά : pecho (es) αρσενικό, seno (es) αρσενικό, teta (es) θηλυκό
- ιταλικά : seno (it) αρσενικό, petto (it)
- καταλανικά : pit (ca) αρσενικό
- κινεζικά : 乳房 (zh) (rǔfáng), 奶头 (zh) (nǎitóu)
- κορεατικά : 유방 (ko) (yubang)
- κουρδικά : sîng (ku)
- κροατικά : gji (hr) , grudi (hr) θηλυκό πληθυντικός
|
|
- λατινικά : mamma (la)
- λιθουανικά : krūtis (lt)
- μάγια του Γιουκατάν : iim (yua)
- μαλαισιακά : dada (ms)
- μαλαγιάλαμ : മുല (ml) (mula), സ്തനം (ml) (sthanam)
- μπαμπάρα : diji (bm)
- ναβάχο : -be’ (nv)
- νορβηγικά : bryst (no) ουδέτερο
- ντογκόν : gigegne (dog)
- ολλανδικά : borst (nl) θηλυκό, boezem (nl)
- ουγγρικά : mell (hu) , mellkas (hu)
- ούρντου : پستان (ur) (pestân)
- παπιαμέντο : pechu (pap)
- περσικά : پستان (fa) (pestân)
- πολωνικά : pierś (pl) θηλυκό, biust (pl) αρσενικό
- πορτογαλικά : peito (pt) αρσενικό, colo (pt) , seio (pt)
- ρουμανικά : piept (ro) αρσενικό ή θηλυκό
- ρωσικά : грудь (ru) θηλυκό (grud’)
- σουαχίλι : titi (sw) , matiti (sw) , kifua (sw)
- σουηδικά : bröst (sv) ουδέτερο
- ταϊλανδικά : เต้านม (th)
- τελούγκου : చన్ను (te) (channu), స్తనము (te) (stanamu)
- τσεχικά : prs (cs)
- τουρκικά : göğüs (tr)
- φεροϊκά : bringa (fo)
- φιλιππινέζικα : suso (tl)
- φινλανδικά : rinta (fi)
- φριζικά : boarst (fy)
- χαβανέζικα : ū (haw) , waiū (haw)
|