σαμιαμίδι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | σαμιαμίδι | σαμιαμίδια |
| γενική | σαμιαμιδιού | σαμιαμιδιών |
| αιτιατική | σαμιαμίδι | σαμιαμίδια |
| κλητική | σαμιαμίδι | σαμιαμίδια |
[
]
Ετυμολογία
- σαμιαμίδι < μεσαιωνική ελληνική σαμαμίθιον
[
]
Ουσιαστικό
σαμιαμίδι ουδέτερο και σαμιαμίθι
- (ζωολογία) μικρή σαύρα της οικογένειας Gekkonidae, γνωστό για την ικανότητά του να κολλάει σε τοίχους και οροφές
- (μεταφορικά-σκωπτικά) κοντός άνθρωπος
[
]
Συνώνυμα
- μολυντήρι,σφελάκι,αμιαμίθι, σαλαμίθι, σαμιομίδι – σαλαμάντρα – τσαρπεδόνι, τσαρπιδόνι, τσαρπιδόνα, τσουπιλιαγκέλεφας, χωροσάφρα (Σαμψούντα) – (Kεφαλλούντα) σκορδανίτσα (η μικρή πράσινη), σαλμιρίχα, σαλαβρίχα, σαλαβρίχι (η μικρή μαύρη σαύρα), σκορδανιτσολόγος (η μεγάλη πράσινη) – πρασίνα, ξαφνιστήρα, μολυντήρι, κωλοσαυρέα, κωλοσταυρέα, κωλοστραβέα, κωλοσταυρού, κωλοσαρίδα, κωλοσαρήθρα, κωλοσκερά, κωλοσουφράς, κωλοτάνα – κουρκάς-κολυντιρι