σαμιαμίδι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σαμιαμίδι σαμιαμίδια
γενική σαμιαμιδιού σαμιαμιδιών
αιτιατική σαμιαμίδι σαμιαμίδια
κλητική σαμιαμίδι σαμιαμίδια

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

σαμιαμίδι < μεσαιωνική ελληνική σαμαμίθιον
Gecko.jpg

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

σαμιαμίδι ουδέτερο και σαμιαμίθι

  1. (ζωολογία) μικρή σαύρα της οικογένειας Gekkonidae, γνωστό για την ικανότητά του να κολλάει σε τοίχους και οροφές
  2. (μεταφορικά-σκωπτικά) κοντός άνθρωπος

[] Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα

  • μολυντήρι,σφελάκι,αμιαμίθι, σαλαμίθι, σαμιομίδι – σαλαμάντρα – τσαρπεδόνι, τσαρπιδόνι, τσαρπιδόνα, τσουπιλιαγκέλεφας, χωροσάφρα (Σαμψούντα) – (Kεφαλλούντα) σκορδανίτσα (η μικρή πράσινη), σαλμιρίχα, σαλαβρίχα, σαλαβρίχι (η μικρή μαύρη σαύρα), σκορδανιτσολόγος (η μεγάλη πράσινη) – πρασίνα, ξαφνιστήρα, μολυντήρι, κωλοσαυρέα, κωλοσταυρέα, κωλοστραβέα, κωλοσταυρού, κωλοσαρίδα, κωλοσαρήθρα, κωλοσκερά, κωλοσουφράς, κωλοτάνα – κουρκάς-κολυντιρι

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες