σαχλός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- σαχλός < μεσαιωνική ελληνική σαχλός
Επίθετο [
]
σαχλός
- ανόητος, στερημένος σοβαρότητας
Μεταφράσεις [
]
σαχλός