σιρόπι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σιρόπι σιρόπια
γενική σιροπιού σιροπιών
αιτιατική σιρόπι σιρόπια
κλητική σιρόπι σιρόπια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σιρόπι < γαλλική sirop < ιταλική sciroppo < αραβική شراب (šarāb)

Open book 01.svg Ουσιαστικό []

σιρόπι ουδέτερο

  1. (μαγειρική) παχύρευστο υγρό με μεγάλη περιεκτικότητα σε ζάχαρη
  2. φάρμακο σε υγρή μορφή που πίνεται με το κουτάλι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις []

32πχ Μεταφράσεις []