σκελίδα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | σκελίδα | σκελίδες |
| γενική | σκελίδας | σκελίδων |
| αιτιατική | σκελίδα | σκελίδες |
| κλητική | σκελίδα | σκελίδες |
[
]
Ετυμολογία
- σκελίδα < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
σκελίδα θηλυκό