στάσιμος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | ||
|---|---|---|---|
| ονομαστική | στάσιμος | στάσιμη | στάσιμο |
| γενική | στάσιμου | στάσιμης | στάσιμου |
| αιτιατική | στάσιμο | στάσιμη | στάσιμο |
| κλητική | στάσιμε | στάσιμη | στάσιμο |
| πτώση | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | στάσιμοι | στάσιμες | στάσιμα |
| γενική | στάσιμων | στάσιμων | στάσιμων |
| αιτιατική | στάσιμους | στάσιμες | στάσιμα |
| κλητική | στάσιμοι | στάσιμες | στάσιμα |
[
]
Ετυμολογία
- στάσιμος < αρχαία ελληνική στάσις
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /ˈsta.si.mɔs/ αρσενικό
- ΔΦΑ : /ˈsta.si.mi/ θηλυκό
- ΔΦΑ : /ˈsta.si.mɔ/ ουδέτερο
[
]
Επίθετο
στάσιμος, -η, -ο
- που δεν μετακινείται
- που δεν μεταβάλλεται
- που δεν εξελίσσεται ή δεν προάγεται
[
]
[
]
Μεταφράσεις
στάσιμος