ακίνητος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ακίνητος < α- στερητικό + κινώ + -τος

Open book 01.svg Επίθετο[]

ακίνητος

  1. που δεν κινείται
    στεκόταν ακίνητος στην πόρτα για πολλή ώρα πριν αποφασίσει να μπει μέσα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ασάλευτος, παγωμένος
  2. σχετικός με τα ακίνητα (γη, οικόπεδα, σπίτια)
    έχει μεγάλη κινητή και ακίνητη περιουσία

32πχ Μεταφράσεις[]