συγγνώμη
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- συγγνώμη < αρχαία ελληνική συγγνώμη < συγγιγνώσκω < συγ- (< σύν) + γιγνώσκω
Προφορά [
]
- ΔΦΑ : /si.ˈɣnɔ.mi/ και /siŋ.ˈɣnɔ.mi/
Ουσιαστικό [
]
συγγνώμη ή συγνώμη θηλυκό
- λέξη που χρησιμοποιείται για να δηλώσει μετάνοια
- Ζητώ συγγνώμη για το λάθος μου, δεν θα το επαναλάβω.
- λέξη που χρησιμοποιείται για να προειδοποιήσουμε τους άλλους ότι πρόκειται να τους ενοχλήσουμε ή να τους διακόψουμε
- Ο επιβάτης του λεωφορείου προσπάθησε να περάσει ανάμεσα στους όρθιους συνεπιβάτες του ζητώντας διαρκώς συγγνώμη.
Μεταφράσεις [
]
συγγνώμη