συναλλαγματική

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

συναλλαγματική θηλυκό

  • έγγραφη εντολή που συντασσεται με ορισμένο τύπο, με την οποία ένα πρόσωπο (ο εκδότης) διατάσσει ένα άλλο πρόσωπο (πληρωτής) να πληρώσει σε ορισμένο τόπο και χρόνο ορισμένο χρηματικό ποσό σε ένα τρίτο πρόσωπο (λήπτης). Χρησιμοποιείται κυρίως ως μέσο για παροχή πίστωσης.


[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


[] Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου

συναλλαγματική

[] Ομώνυμα

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες