συναλλαγματική
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ουσιαστικό
συναλλαγματική θηλυκό
- έγγραφη εντολή που συντασσεται με ορισμένο τύπο, με την οποία ένα πρόσωπο (ο εκδότης) διατάσσει ένα άλλο πρόσωπο (πληρωτής) να πληρώσει σε ορισμένο τόπο και χρόνο ορισμένο χρηματικό ποσό σε ένα τρίτο πρόσωπο (λήπτης). Χρησιμοποιείται κυρίως ως μέσο για παροχή πίστωσης.
[
]
Μεταφράσεις
συναλλαγματική
[
]
Κλιτή μορφή επιθέτου
συναλλαγματική
- θηλυκό του συναλλαγματικός, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του ενικού