σωτηρία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | σωτηρία | - |
| γενική | σωτηρίας | - |
| αιτιατική | σωτηρία | - |
| κλητική | σωτηρία | - |
Ετυμολογία [
]
- σωτηρία < {{Προέρχεται από το σώος, που σημαίνει ολόκληρος, ακέραιος, ενωμένος. Σωτηρία λοιπόν σημαίνει ολοκλήρωση, ακεραιότητα, ένωση. Θεολογικά σημαίνει η ένωση με το Θεό.}}
Προφορά [
]
- ΔΦΑ : /sɔ.ti.ˈɾi.a/
Ουσιαστικό [
]
σωτηρία θηλυκό μόνο στον ενικό
[
]
Μεταφράσεις [
]
Αρχαία ελληνικά (grc) [
]
Ουσιαστικό [
]
σωτηρία θηλυκό
- σωτηρία
- ἀπὸ τῶν Ἀθηνῶν οὐδεμία ἐλπὶς ἦν τιμωρίας οὐδὲ ἄλλη σωτηρία ἐφαίνετο (Θουκυδ. Ιστ 3.20.1.3-4