σωτηρία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σωτηρία -
γενική σωτηρίας -
αιτιατική σωτηρία -
κλητική σωτηρία -

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σωτηρία < {{Προέρχεται από το σώος, που σημαίνει ολόκληρος, ακέραιος, ενωμένος. Σωτηρία λοιπόν σημαίνει ολοκλήρωση, ακεραιότητα, ένωση. Θεολογικά σημαίνει η ένωση με το Θεό.}}

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /sɔ.ti.ˈɾi.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σωτηρία θηλυκό μόνο στον ενικό

  1. → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]


Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σωτηρία θηλυκό

  1. σωτηρία
    ἀπὸ τῶν Ἀθηνῶν οὐδεμία ἐλπὶς ἦν τιμωρίας οὐδὲ ἄλλη σωτηρία ἐφαίνετο (Θουκυδ. Ιστ 3.20.1.3-4