τίγρη
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- τίγρη < από το αρχαίο τίγρις.
- Καθαρεύουσα: η τίγρις, της τίγρεως.
[
]
Ουσιαστικό
τίγρη θηλυκό και τίγρης αρσενικό
- (ζωολογία) σαρκοφάγο θηλαστικό ζώο που ανήκει στην οικογένεια των αιλουροειδών. Διακρίνεται από την έντονη καστανοκίτρινη απόχρωμη του δέρματος του με τις κάθετες προς τον κορμό του μαύρες ραβδώσεις. Διαθέτει μεγάλο σώμα κι εξαιρετική δύναμη κι ευελιξία
- (μεταφορικά) ο ευκίνητος, δυναμικός κι ορμητικός άνθρωπος
[
]
Συνώνυμα
[
]
[
]
Σύνθετα
[
]
Μεταφράσεις
τίγρη