τζαμί

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τζαμί τζαμιά
γενική τζαμιού τζαμιών
αιτιατική τζαμί τζαμιά
κλητική τζαμί τζαμιά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

τζαμί < τουρκική cami < αραβική جامع (cāmi)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

τζαμί ουδέτερο

  1. μουσουλμανικό τέμενος, κτήριο όπου συναθροίζονται οι πιστοί του Ισλάμ για να προσευχηθούν

32πχ Μεταφράσεις[]