τζαμί
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | τζαμί | τζαμιά |
| γενική | τζαμιού | τζαμιών |
| αιτιατική | τζαμί | τζαμιά |
| κλητική | τζαμί | τζαμιά |
Ετυμολογία [
]
Ουσιαστικό [
]
τζαμί ουδέτερο
- μουσουλμανικό τέμενος, κτήριο όπου συναθροίζονται οι πιστοί του Ισλάμ για να προσευχηθούν