υγιεινή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική υγιεινή υγιεινές
γενική υγιεινής υγιεινών
αιτιατική υγιεινή υγιεινές
κλητική υγιεινή υγιεινές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

υγιεινή < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου υγιεινός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

υγιεινή θηλυκό

  1. το σύνολο των ενεργειών και των κανόνων που αποσκοπούν στην προστασία της υγείας του οργανισμού
  2. (ειδικότερα) η καθαριότητα, ως ενέργεια που συμβάλλει στη διατήρηση της καλής υγείας
  3. ο αντίστοιχος κλάδος της ιατρικής
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: υγειονολογία

Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί όροι[]

32πχ Μεταφράσεις[]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[]

υγιεινή

Ομώνυμα[]