υδρατμός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /i.ðɾa.'tmcs/
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | υδρατμός | υδρατμοί |
| γενική | υδρατμού | υδρατμών |
| αιτιατική | υδρατμό | υδρατμούς |
| κλητική | υδρατμέ | υδρατμοί |
[
]
Ετυμολογία
[
]
Ουσιαστικό
υδρατμός αρσενικό
- ατμός νερού
- Το νερό βράζει παράγοντας υδρατμούς.
[
]
Μεταφράσεις
υδρατμός