φαύλος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | ||
|---|---|---|---|
| ονομαστική | φαύλος | φαύλα | φαύλο |
| γενική | φαύλου | φαύλας | φαύλου |
| αιτιατική | φαύλο | φαύλα | φαύλο |
| κλητική | φαύλε | φαύλα | φαύλο |
| πτώση | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | φαύλοι | φαύλες | φαύλα |
| γενική | φαύλων | φαύλων | φαύλων |
| αιτιατική | φαύλους | φαύλες | φαύλα |
| κλητική | φαύλοι | φαύλες | φαύλα |
Ετυμολογία [
]
- φαύλος < αρχαία ελληνική φαῦλος
Προφορά [
]
Επίθετο [
]
φαύλος, -η, -ο
- αυτός που δεν έχει ήθος και αξιοπρέπεια, ο ανήθικος, ο αχρείος