χρονοβόρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός
ονομαστική χρονοβόρος χρονοβόρα χρονοβόρο
γενική χρονοβόρου χρονοβόρας χρονοβόρου
αιτιατική χρονοβόρο χρονοβόρα χρονοβόρο
κλητική χρονοβόρε χρονοβόρα χρονοβόρο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική χρονοβόροι χρονοβόρες χρονοβόρα
γενική χρονοβόρων χρονοβόρων χρονοβόρων
αιτιατική χρονοβόρους χρονοβόρες χρονοβόρα
κλητική χρονοβόροι χρονοβόρες χρονοβόρα

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

χρονοβόρος < χρονο- + -βόρος

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /xɾɔ.nɔ.ˈvɔ.ɾɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /xɾɔ.nɔ.ˈvɔ.ɾa/ θηλυκό
ΔΦΑ : /xɾɔ.nɔ.ˈvɔ.ɾɔ/ ουδέτερο

[] Open book 01.svg Επίθετο

χρονοβόρος, -α, -ο

  • που απαιτεί πολύ χρόνο για να ολοκληρωθεί
οι εργασίες για τη διάνοιξη του δρόμου είναι πάντα χρονοβόρες νΑΙ

[] Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες