χρονοβόρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική χρονοβόρος χρονοβόρα χρονοβόρο
γενική χρονοβόρου χρονοβόρας χρονοβόρου
αιτιατική χρονοβόρο χρονοβόρα χρονοβόρο
κλητική χρονοβόρε χρονοβόρα χρονοβόρο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική χρονοβόροι χρονοβόρες χρονοβόρα
γενική χρονοβόρων χρονοβόρων χρονοβόρων
αιτιατική χρονοβόρους χρονοβόρες χρονοβόρα
κλητική χρονοβόροι χρονοβόρες χρονοβόρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

χρονοβόρος < χρονο- + -βόρος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /xɾɔ.nɔ.ˈvɔ.ɾɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /xɾɔ.nɔ.ˈvɔ.ɾa/ θηλυκό
ΔΦΑ : /xɾɔ.nɔ.ˈvɔ.ɾɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[]

χρονοβόρος, -α, -ο

  • που απαιτεί πολύ χρόνο για να ολοκληρωθεί
οι εργασίες για τη διάνοιξη του δρόμου είναι πάντα χρονοβόρες νΑΙ

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]