χωροφύλακας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χωροφύλακας χωροφύλακες
γενική χωροφύλακα χωροφυλάκων
αιτιατική χωροφύλακα χωροφύλακες
κλητική χωροφύλακα χωροφύλακες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

χωροφύλακας < ελληνιστική κοινή χωροφύλαξ (φύλακας περιοχής)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

χωροφύλακας αρσενικό

  1. το "όργανο της τάξης" που (μέχρι το 1984) υπηρετούσε στην χωροφυλακή και όχι στην αστυνομία, δηλαδή ανήκε σε τμήμα της επαρχίας και όχι της πρωτεύουσας, της Πάτρας, της Κέρκυρας ή του Πειραιά -των τεσσάρων δήμων που υπάγονταν στην τότε "Αστυνομία Πόλεων" με όλη την υπόλοιπη επικράτεια να αστυνομεύεται από τη χωροφυλακή

32πχ Μεταφράσεις[]