όραμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική όραμα οράματα
γενική οράματος οραμάτων
αιτιατική όραμα οράματα
κλητική όραμα οράματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

όραμα < ὁράω - ὁρῶ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

όραμα ουδέτερο

  1. οπτική θρησκευτική, υπερβατική εμπειρία
    Ο Κωνσταντίνος είδε σε όραμα το σημείο του Σταυρού με τη φράση ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ
  2. η επιθυμία πραγματοποίησης ενός ιδανικού, ο στόχος
    το όραμα για έναν καλύτερο κόσμο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]