ύποπτος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- ύποπτος < αρχαία ελληνική ὕποπτος < ὑπό + ὁράω
Επίθετο [
]
ύποπτος, -η, -ο
- που δημιουργεί υποψίες
- πρόσεξα ύποπτες κινήσεις χτες στη γειτονιά
Ουσιαστικό [
]
ύποπτος αρσενικό
- πιθανός ένοχος
- Η αστυνομία έχει ανακοινώσει επίσημα τη λίστα με τους υπόπτους για της δολοφονία. Αναμένεται η προσαγωγή και ανάκρισή τους.
[
]
Μεταφράσεις [
]
ύποπτος
|