ἠχώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἠχῶ, ηχώ

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Πτώση Ενικός
Ονομαστική ἡ ἠχώ
Γενική τῆς ἠχοῦς
Δοτική τῇ ἠχοῖ
Αιτιατική τὴν ἠχώ
Κλητική (ὦ) ἠχοῖ

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ἠχώ < ἦχος, ἠχή

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ἠχώ θηλυκό

  1. ηχώ, αντήχηση, ήχος από αντανάκλαση
  2. παρατεταμένος ήχος