mordant

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Open book 01.svg Επίθετο[]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό mordant mordants
θηλυκό mordante mordantes

mordant (fr)

  1. που δαγκώνει
  2. θερμός, ενθουσιώδης, υπερβολικός
  3. (μεταφορικά) δηκτικός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενικός πληθυντικός
mordant mordants

mordant (fr) αρσενικό

  1. (τεχνολογία) ουσία χάρη στην οποία τα χρώματα σταθεροποιούνται πάνω σε ορισμένα υφάσματα
  2. (μεταφορικά) δηκτικότητα
  3. ενθουσιασμός, ζήλος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]