profit
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| profit | profits |
profit (fr) αρσενικό
[
] Εκφράσεις
- tirer profit de quelque chose - ωφελούμαι από κάτι
[
]
- profitabilité
- profitable
- profitablement
- profitant - profitante
- profiter
- profiterole
- profiteur - profiteuse
[
]
Καταλανικά (ca)
[
]
Ουσιαστικό
profit (ca) αρσενικό
[
] Εκφράσεις
- bon profit !: καλή όρεξη!