rest

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en)

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

rest  (en)

  1. ανάπαυση, ξεκούραση
  2. στάση για ανάπαυση
  3. ακινησία
  4. γαλήνη, ηρεμία
  5. (μουσική) παύση
  6. στήριγμα, εκεί που ακουμπά κάτι ή κάποιος

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

rest  (en)

[] Open book 01.svg Ρήμα

rest  (en)

  1. ξεκουράζω
  2. αναπαύομαι, ξεκουράζομαι
  3. επαναπαύομαι
    to rest on one's laurels: αναπαύομαι στις δάφνες μου
  4. σταματώ, διακόπτω μια εργασία ή μια προσπάθεια
  5. ακουμπώ, στηρίζω
  6. (στο δικαστήριο) λέγεται όταν η μία πλευρά τελειώνει την παρουσίαση των επιχειρημάτων της
    the People rest
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες