ξεκούραση
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
[
]
Ουσιαστικό
ξεκούραση θηλυκό
- η κατάσταση στην οποία κάποιος αποφεύγει την εργασία, ώστε να ανακτήσει τις δυνάμεις του και να αναπτύξει και άλλες δραστηριότητες
- η αίσθηση που έχει κάποιος που απαλλάσσεται από την κούραση