Äußerung

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

Äußerung 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Äußerung die Äußerungen
γενική der Äußerung der Äußerungen
δοτική der Äußerung den Äußerungen
αιτιατική die Äußerung die Äußerungen

Äußerung (de) θηλυκό