écoute

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

écoute < écouter

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
écoute écoutes

écoute (fr) θηλυκό

  1. (παρωχημένο) ο σκοπός, ο φρουρός
  2. η φρουρά
  3. η παρακολούθηση
  4. η ακρόαση, το άκουσμα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

écoute < αρχαία σκανδιναβική skaut, κάτω γωνία του πανιού και, αργότερα, σχοινί που φεύγει από αυτή τη γωνία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
écoute écoutes

écoute (fr) θηλυκό

  1. (ναυτικός όρος) η σκότα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]