Μετάβαση στο περιεχόμενο

Άσσος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Ἄσσος

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η Άσσος οι Άσσοι
      γενική της Άσσου των Άσσων
    αιτιατική την Άσσο τις Άσσους
     κλητική Άσσε
(Άσσο)
Άσσοι
Συνήθως στο ενικό.
Κατηγορία όπως «διχοτόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Άσσος < αρχαία ελληνική Ἄσσος

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Άσσος θηλυκό

  1. πόλη της Μικράς Ασίας (σημερινό Dikil της Τουρκίας)
  2. χωριό της Κεφαλονιάς

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]