Καρχηδών

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός
Ονομαστική Καρχηδών
Γενική Καρχηδόνος
Δοτική Καρχηδόνι
Αιτιατική Καρχηδόνα
Κλητική Καρχηδών

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Καρχηδών < φοινικική *קרת חדשת Kart-Hadašt ή Qarṭ-Adast (=νέα πόλη)

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Καρχηδών θηλυκό

  1. Καρχηδόνα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]