Μετάβαση στο περιεχόμενο

Κεβόρκ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Κεβόρκ < άμεσο δάνειο από την αρμενική Գևորգ (Geworg) (αντιδάνειο)

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Κεβόρκ άκλιτο

  1. αρμενικό ανδρικό όνομα, αντίστοιχο του Γιώργος, άλλη μορφή του Γκεβόργκ, σύμφωνα με την προφορά στη δυτική αρμενική (hyw)
  2. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταγραφές

[επεξεργασία]

επώνυμο:

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]