Μετάβαση στο περιεχόμενο

Κρετσίστα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική η Κρετσίστα
      γενική της Κρετσίστας
    αιτιατική την Κρετσίστα
     κλητική Κρετσίστα
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Κρετσίστα < λείπει η ετυμολογία

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /kɾeˈt͡si.sta/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Κρετσίστα

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Κρετσίστα θηλυκό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ΦΕΚ 210 Α, 13 Δεκεμβρίου 1962