Μετάβαση στο περιεχόμενο

αβανταδόρισσα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αβανταδόρισσα οι αβανταδόρισσες
      γενική της αβανταδόρισσας
    αιτιατική την αβανταδόρισσα τις αβανταδόρισσες
     κλητική αβανταδόρισσα αβανταδόρισσες
Κατηγορία όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αβανταδόρισσα < αβανταδόρ(ος) + κατάληξη θηλυκού -ισσα[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.van.daˈðo.ɾi.sa/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αβανταδόρισσα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αβανταδόρισσα θηλυκό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  • Για γλώσσες που δεν έχουν ξεχωριστή λέξη για το θηλυκό σε αυτόν τον όρο, ή γενικά, δείτε αβανταδόρος.

Αναφορές

[επεξεργασία]