αβανταδόρος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αβανταδόρος αβανταδόροι
γενική αβανταδόρου αβανταδόρων
αιτιατική αβανταδόρο αβανταδόρους
κλητική αβανταδόρε αβανταδόροι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αβανταδόρος < αβάντα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αβανταδόρος αρσενικό

  1. άτομο που υποδύεται τον πελάτη ή τον παίκτη, συνήθως επιδεικτικά, με σκοπό να προσελκύσει άλλους πελάτες ή παίκτες.
    οι παπατζήδες έχουν πάντοτε κάποιον αβανταδόρο
  2. αυτός που δήθεν αγοράζει από μικροπωλητή, για να προσελκύσει πελάτες· κράχτης.
  3. (προφορικό) τρακαδόρος

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]