Μετάβαση στο περιεχόμενο

αβανταδόρος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αβανταδόρος οι αβανταδόροι
      γενική του αβανταδόρου των αβανταδόρων
    αιτιατική τον αβανταδόρο τους αβανταδόρους
     κλητική αβανταδόρε αβανταδόροι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αβανταδόρος < αβάντ(α) + -αδόρος[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.van.daˈðo.ɾos/
τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐βα‐ντα‐δό‐ρος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αβανταδόρος αρσενικό (θηλυκό αβανταδόρισσα)

  1. αυτός που βοηθάει, κυρίως σε ανέντιμες δουλειές
  2. άτομο που υποδύεται τον πελάτη ή τον παίκτη, συνήθως επιδεικτικά, με σκοπό να προσελκύσει άλλους πελάτες ή παίκτες.
    ※  Ο Τσιφόρος ονόμαζε λαμόγια τους αβανταδόρους, αυτούς τους συνεργάτες των παπατζήδων, που με το δήθεν επιτυχημένο ποντάρισμά τους στο παιχνίδι προσέλκυαν τα κορόιδα, για να τα ξαλαφρώσει ο παπατζής από τα λεφτουδάκια τους. (Λαμόγιο, Η εφημερίδα των συντακτών, 11/05/2019, )
  3. αυτός που δήθεν αγοράζει από μικροπωλητή, για να προσελκύσει πελάτες· κράχτης.
  4. (προφορικό) τρακαδόρος

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]